Στα δίπτωτα ρήματα υπάρχει το άμεσο και το έμμεσο αντικείμενο :
Το άμεσο αντικείμενο είναι συνήθως σε πτώση αιτιατική και για να το βρούμε ρωτάμε «τι;».
Το έμμεσο αντικείμενο είναι συνήθως σε πτώση γενική και για να το βρούμε ρωτάμε «σε ποιον;».
Κάποιες φορές το έμμεσο είναι και σε πτώση αιτιατική. Τότε ρωτάμε «ποιον;».
Το έμμεσο αντικείμενο δηλώνεται κυρίως με:
Πρόθεση (σε / στο, από + όνομα σε πτώση αιτιατική (εμπρόθετο αντικείμενο), π.χ. «Έδωσα στον Άγγελο το τετράδιο».
Ρήματα που παίρνουν έμμεσο εμπρόθετο αντικείμενο είναι κάποια που δηλώνουν:
Κάποια ρήματα αυτής της κατηγορίας αντί για εμπρόθετο αντικείμενο συμπληρώνονται με αντικείμενο σε αιτιατική. Τότε έμμεσο αντικείμενο είναι η εξαρτημένη πρόταση, π.χ. «ενημέρωσα τους φίλους μου ότι δε θα έρθω». Τέτοια ρήματα είναι: απειλώ κάποιον ότι…, αναγκάζω κάποιον να…, ενημερώνω κάποιον ότι…, πληροφορώ…, παρακαλώ…, πείθω…, προειδοποιώ…, προστάζω…, προτρέπω… κ.λπ.
Πολλές φορές θα συναντήσουμε το έμμεσο αντικείμενο με πρόθεση (εμπρόθετο αντικείμενο) π.χ. Η Χαρά έδωσε το τετράδιο στον Ανδρέα. Σύμφωνα με όσα έχουμε μάθει, θα έλεγε κανείς ότι η φράση "στον Ανδρέα" είναι εμπρόθετος τοπικός προσδιορισμός.
Πρέπει όμως να ξεχωρίσουμε το εμπρόθετο αντικείμενο από τον εμπρόθετο προσδιορισμό που επιτελεί άλλους ρόλους. Η διαφορά τους είναι η εξής: το εμπρόθετο αντικείμενο εξαρτάται ή μάλλον προβλέπεται από τη σημασία του ρήματος και συμπληρώνει την έννοιά του, ενώ ο εμπρόθετος προσδιορισμός αποτελεί μια ελεύθερη προσθήκη στη φράση.
Όταν ενώνουμε προτάσεις τη μία μετά την άλλη, χωρίς να χρησιμοποιούμε σύνδεσμο αλλά μόνο κόμμα, λέμε ότι έχουμε ασύνδετο σχήμα.
π.χ. Σηκώθηκε, πλύθηκε, ντύθηκε, έφαγε στα όρθια και βγήκε στον δρόμο.
(Παρ' ότι το παραπάνω σχήμα έχει "και" στο τέλος του, παραμένει ασύνδετο)
Όταν ενώνουμε προτάσεις στη σειρά με τον συμπλεκτικό σύνδεσμο και, λέμε ότι έχουμε πολυσύνδετο σχήμα.
π.χ. Τα παιδιά του Ε2 και διαβάζουν και γράφουν και τραγουδούν και παίζουν όλα μαζί.
Η Μαρία έριξε το μολύβι.
Ρήμα : έριξε, Υποκείμενο : Μαρία, Αντικείμενο : μολύβι
Τα ρήματα που έχουν ένα μόνο αντικείμενο λέγονται Μονόπτωτα Ρήματα.
Ο Χρήστος ρώτησε το αγόρι το όνομά του.
Η μαμά ετοίμασε το φαγητό του Πέτρου.
Στο πρώτο παράδειγμα : Ρήμα : ρώτησε, Υποκείμενο : ο Χρήστος, Αντικείμενο : το αγόρι, Αντικείμενο το όνομα.
Παρατηρούμε ότι το ρήμα έχει δύο αντικείμενα και μάλιστα και τα δύο στην αιτιατική.
Στο δεύτερο παράδειγμα : Ρήμα : ετοίμασε, Υποκείμενο : η μαμά, Αντικείμενο : το φαγητό, Αντικείμενο : του Πέτρου.
Και στο παράδειγμα αυτό το ρήμα έχει δύο αντικείμενα, το ένα στην Αιτιατική και το άλλο στη Γενική.
Τα ρήματα που έχουν δύο αντικείμενα λέγονται Δίπτωτα Ρήματα.
Στα δίπτωτα ρήματα το ένα αντικείμενο λέγεται άμεσο και είναι συνήθως σε αιτιατική και απαντάει στην ερώτηση "τι ;", ενώ το άλλο λέγεται έμμεσο και είναι συνήθως σε πτώση γενική, δείχνει πρόσωπο και απαντάει στην ερώτηση "σε ποιον" ή μερικές φορές σε αιτιατική και απαντάει στην ερώτηση "ποιον".
Για να μπορεί να υπάρξει μια πρόταση πρέπει οπωσδήποτε να περιέχει (ή να εννοείται) ένα ρήμα.
Για να δίνει όμως ολοκληρωμένο νόημα θα πρέπει να έχει ονοματική και ρηματική φράση και οι λέξεις να είναι σε τέτοια σειρά, ώστε η πρόταση να είναι κατανοητή.
Τα βασικά μέρη μιας πρότασης είναι το Ρήμα, το Υποκείμενο και το Αντικείμενο. Αυτά λέγονται και βασικοί όροι της πρότασης.
ΡΗΜΑ : Είναι η λέξη που δείχνει τι κάνει ένα πρόσωπο, ζώο ή πράγμα.
ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ : Είναι η λέξη που απαντάει στην ερώτηση ποιος - ποια - ποιο + ρήμα. Το υποκείμενο είναι όνομα ή μετοχή και βρίσκεται πάντα στην ονομαστική.
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ : Είναι η λέξη που απαντάει στην ερώτηση τι (ή ποιον) + ρήμα. Το αντικείμενο μπορεί να είναι ουσιαστικό, επίθετο μετοχή ή και ολόκληρη πρόταση. Αν είναι ουσιαστικό, επίθετο ή μετοχή θα είναι πάντα στην αιτιατική.

Στην Ενεργητική φωνή τα ρήματα που έχουν αντικείμενο λέγονται μεταβατικά π.χ. παίρνω, επισκευάζω, χτυπώ κ.ά., ενώ όσα δε χρειάζονται αντικείμενο, αμετάβατα.π.χ. τρέχω, έρχομαι, φεύγω κ.ά.
Κάποιες φορές δεν υπάρχει αντικείμενο. Υπάρχει όμως μια λέξη που δείχνει πώς είναι το υποκείμενο. Η λέξη αυτή λέγεται Κατηγορούμενο και συνοδεύει κάποια συγκεκριμένα ρήματα, που λέγονται συνδετικά επειδή συνδέουν το υποκείμενο με το κατηγορούμενο. Τέτοια ρήματα είναι : είμαι, γίνομαι, φαίνομαι, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, αποδεικνύομαι, θεωρούμαι, βρίσκομαι, λέγομαι, εκλέγομαι, διορίζομαι, γεννιέμαι κ.ά.
Οι προθέσεις είναι μικρές άκλιτες λέξεις που συνοδεύουν μια ονοματική (ή προθετική) φράση (βλ. ενότητα 16.2) και μαζί με αυτή δηλώνουν διάφορες ιδιότητες (τόπο, χρόνο, τρόπο, προέλευση κ.ά.). Μερικές προθέσεις χρησιμοποιούνται και στην παραγωγή/σύνθεση λέξεων (βλ. ενότητα 17.2).
Οι προθέσεις της γλώσσας μας είναι οι:
αντί, από, για, δίχως, εναντίον, εξαιτίας, έως, ίσαμε, κατά, λόγω, με, μετά, μεταξύ, μέχρι, παρά, πριν, προς, σαν, σε, χωρίς, ως
Οι προθέσεις κάποιες φορές μπαίνουν μπροστά από ονόματα και φανερώνουν χρόνο. Μερικές από αυτές είναι:
από + αιτιατική, για + επίρρημα, κατά + ουσιαστικό, μέχρι + επίρρημα, προς + ουσιαστικό κ. ά
π.χ. Σε περιμένω από χθες. -- Γράφει για την ώρα. -- Να έρθεις κατά το βράδυ.